![]() |
Ο Όλι Ρεν ανέλαβε το αξίωμα του Επιτρόπου Διεύρυνσης της ΕΕ στις 22 Νοεμβρίου του 2004, τέσσερις ημέρες μετά την έγκριση της 24μελούς ομάδας της νέας Ευρωπαϊκής Επιτροπής υπό την ηγεσία του Προέδρου Χοσέ Μανουέλ Μπαρόσο. Αντιπροσωπεύοντας την Φινλανδία στην εκτελεστική επιτροπή της ΕΕ, αντικατέστησε στη θέση αυτή τον Γκέντερ Βερχέγκεν της Γερμανίας.
Ο Ρεν γεννήθηκε στις 31 Μαρτίου 1962 στο Μικέλι της Φινλανδίας. Από το 1982 έως το 1983, σπούδασε οικονομικά, διεθνείς σχέσεις και δημοσιογραφία στο Κολέγιο Μακάλεστερ στο Σεν Πωλ της Μινεσσότα. Έλαβε μεταπτυχιακό στις πολιτικές επιστήμες από το πανεπιστήμιο του Ελσίνκι το 1989 και το διδακτορικό του δίπλωμα από το πανεπιστήμιο της Οξφόδης το 1996.
Η πολιτική καριέρα του Ρεν ξεκίνησε το 1987 όταν εξελέγη αρχηγός της νεολαίας του Κεντρικού Κόμματος της Φινλανδίας και παρέμεινε στη θέση αυτή έως το 1989. Το 1988 εξελέγη αναπληρωτής πρόεδρος του Κεντρικού Κόμματος και δημοτικός σύμβουλος στο δήμο του Ελσίνκι και υπηρέτησε και στις δύο θέσεις έως το 1994. Ο Ρεν διετέλεσε μέλος του φινλανδικού κοινοβουλίου από το 1991 έως το 1995 και παράλληλα ηγήθηκε της φινλανδικής αποστολής στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Μεταξύ 1992 και 1993, διετέλεσε ειδικός σύμβουλος του πρωθυπουργού Έσκο Άχο.
Από το 1995 έως το 1996, ο Ρεν υπήρξε μέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και για αρκετούς μήνες προήδρευσε της Φιλελεύθερής του ομάδας. Διετέλεσε αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κινήματος της Φινλανδίας από το 1996 έως το 1988. Το ίδιο έτος, ήταν προϊστάμενος του γραφείου του Έρκι Λίκανεν, του φινλανδού αντιπροσώπου στην ομάδα των 19 επιτρόπων του προέδρου της ΕΕ Ρομάνο Πρόντι και παρέμεινε στη θέση αυτή έως το 2002.
Το 2002, ο Ρεν εργάστηκε στο πανεπιστήμιο του Ελσίνκι ως καθηγητής και διευθυντής έρευνας του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών και του Κέντρου Ευρωπαϊκών Μελετών. Έφυγε από το πανεπιστήμιο το 2003 για να εκτελέσει καθήκοντα συμβούλου οικονομικής πολιτικής για τον Φιλανδό πρωθυπουργό Μάτι Βανχάνεν. Από τις 12 Ιουλίου έως τον Οκτώβριο του 2004, ο Ρεν ασκούσε καθήκοντα Επιτρόπου της ΕΕ για τις Επιχειρήσεις και την Κοινωνία της Πληροφορίας, ολοκληρώνοντας την εντολή του Λικάνεν.
Τον Αύγουστο του 2004, ο Ρεν αναδείχθηκε επίτροπος διεύρυνσης στην ομάδα του Μπαρόσο. Αν και μια διαμάχη η οποία αφορούσε στον υποψήφιο επίτροπο δικαιοσύνης από την Ιταλία Ρόκο Μπουτιλιόνι οδήγησε σε καθυστέρηση της ψηφοφορίας, η ΕΕ υπερψήφισε την ανασχηματισμένη ομάδα στις 18 Νοεμβρίου 2004.
Κατά την τετραετή του θητεία, η οποία λήγει στις 31 Οκτωβρίου του 2009, ο Ρεν θα επιβλέπει την περαιτέρω διεύρυνση της Ένωσης, με την ένταξη της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας να προγραμματίζεται για το 2007. Επίσης, θα προεδρεύει και στις συνομιλίες προσχώρησης με την Κροατία και την Τουρκία, που αναμένεται να ξεκινήσουν το 2005, καθώς και τη συνεχή παρακολούθηση της προενταξιακής προόδου άλλων βαλκανικών χωρών που επιδιώκουν ένταξη στην ΕΕ.
Σε ομιλία του στην επιτροπή εξωτερικών υποθέσεων του προέδρου της Επιτροπής, στις 18 Ιανουαρίου 2005, ο Ρεν σημείωσε ότι καμιά από τις χώρες που ζητούν να ενταχθούν στην Ένωση δεν θα καταστεί μέλος εάν δεν είναι πλήρως έτοιμες γι’ αυτό. Κατέστησε επίσης σαφές ότι οι χώρες που ενέχονταν στις βαλκανικές συγκρούσεις της δεκαετίας του 1990 πρέπει να επιδείξουν πλήρη συνεργασία με το δικαστήριο των ΗΕ για την εκδίκαση εγκλημάτων πολέμου εάν είναι να σημειώσουν περαιτέρω πρόοδο στην πορεία τους προς την ΕΕ.
Ο Ρεν είναι παντρεμένος και έχει μια κόρη.
17/03/2004